Ο αξιόλογος προπονητής ανοίγει τα χαρτιά του και μας περιγράφει την πορεία του από καλαθοσφαιριστής …προπονητής με πολλές διακρίσεις.

Αναγνωρισμένος προπονητής της FIBA Europe αλλά και των Συνδέσμων Κυπρίων και Ελλήνων Προπονητών. Μιλήστε μας για το ξεκίνημα σας σαν προπονητής καλαθόσφαιρας. Πώς προέκυψε;

Το μπάσκετ ήταν η μεγάλη μου αγάπη ανέκαθεν.

Επειδή έχω ένα ελάττωμα θα έλεγα, είμαι τελειομανής και θέλω να είμαι ο καλύτερος που μπορώ σε ό,τι κάνω και να φτάνω στο ψηλότερο δυνατό επίπεδο, από πολύ νωρίς κατάλαβα ότι ως παίκτης δεν θα μπορούσα να φτάσω στο επίπεδο που ήθελα και θα ήμουν απλά ένας καλός παίχτης.

Οπότε αποφάσισα να αρχίσω να ασχολούμαι με την προπονητική σε πάρα πολύ μικρή ηλικία.

Με συνέπαιρνε πάντα το γεγονός ότι ξεκινούσα  και έπαιρνα ένα γκρουπ ανθρώπων,οι οποίοι βελτιωνόντουσαν τόσο ατομικά αλλά και ομαδικά,  και από το μηδέν φτιάχναμε  σιγά-σιγά  ένα σύνολο που αγωνιζόταν με ομοιογένεια για ένα κοινό στόχο.

Από τα 20 μου ως φοιτητής ακόμα, ξεκίνησα να προπονώ μικρές ηλικίες και σιγά-σιγά να ασχολούμαι με την προπονητική σε όλα τα επίπεδα.

Και μεγαλώνοντας είχα την ευλογία και την τύχη να περάσω πραγματικά από όλα τα στάδια της προπονητικής, μικρές ηλικίες, γυναίκες, άντρες, δεύτερη και πρώτη κατηγορία,βοηθός προπονητή, πρώτος προπονητής τόσο σε συλλογικό όσο και εθνικό επίπεδο εντός και εκτός Κύπρου.

Ποιά η άποψη σας για το επίπεδο της Κυπριακής Καλαθόσφαιρας λαμβάνοντας υπόψη την εμπειρία σας σε χώρες του εξωτερικού. Τι πιστεύεται ότι θα πρέπει να βελτιωθεί στη Κύπρο;

Θα έλεγα ότι το επίπεδο στην Κύπρο έχει υπάρξει και καλύτερο έχει υπάρξει χειρότερο, αλλά είναι γεγονός ότι είναι δύσκολο να συγκρίνουμε τις εποχές μεταξύ τους.

Αυτό που θέλω να πω είναι ότι ακόμα και την περίοδο που ξεκίνησε το μπάσκετ να  ανθίζει με τους δύο ξένους, οι εποχές ήταν διαφορετικές. Είχαμε περισσότερους Κύπριους  παίκτες αλλά ταυτόχρονα η κοινωνία μας λειτουργούσε πολύ διαφορετικά. Το μπάσκετ ήταν μια διέξοδος για τα νέα παιδιά.

Φτάσαμε σε ένα σημείο να πάμε στο άλλο άκρο με ανεξέλεγκτο αριθμό ξένων και κάπου εκεί χάθηκε η ισορροπία.

Θεωρώ πραγματικά ότι οι καλύτερες εποχές που διένυσε το άθλημα μας θα έλεγα πως ήταν από τις αρχές της δεκαετίας του 90, μέχρι περίπου και την περίοδο που έφυγα εγώ από την εθνική για να συνεχίσει την καριέρα μου στο εξωτερικό το 2017, για διαφορετικούς λόγους κάθε περίοδος, με καλές και κακές στιγμές σε κάθε μια από αυτές τις δεκαετίες.

Αυτό που πρέπει να βελτιωθεί, θεωρώ είναι το γεγονός ότι τα παιδιά που αγωνίζονται ή προσπαθούν να αγωνιστούν στην πρώτη κατηγορία αλλά και στο πιο κάτω επίπεδο, πρέπει να πάρουνε πάρα πολύ σοβαρό αυτό που κάνουν, και να θυσιάσουν αρκετές ώρες για να μπορέσουν όχι απλά να συμπληρώνουν μία ομάδα αλλά είναι οι πρωταγωνιστές.

Δυστυχώς λέγαμε ότι με τους πολλούς ξένους δεν δίνονται ευκαιρίες στα νέα παιδιά, αλλά φτάσαμε σε κάποια φάση που οι θέσεις για τους κύπριους παίκτες είναι εκεί και δυστυχώς τα περισσότερα νέα παιδιά θεωρούν την συμμετοχή τους δεδομένη χωρίς να προσπαθούν να βελτιωθούν και να εξελιχθούν όσο θα έπρεπε.

Δεν είναι σίγουρα τιμητικό  για τα νέα  παιδιά  να βλέπουμε αθλητές σχεδόν 40 χρόνων  να πρωταγωνιστούν,  και οι πιο νεαροί να μην μπορώ να βρουν χρόνο και να συναγωνιστούν αυτούς τους αθλητές,  που προς τιμήν τους συνεχίζουν και διακρίνονται.

Φυσικά είναι μια διαδικασία που χρειάζεται υπομονή γιατί η ποσότητα των αθλητών στις ακαδημίες που ασχολείται με το μπάσκετ υπάρχει αλλά θα πρέπει να στοχεύσουμε και στην ποιότητα.

Προπονητής της Εθνικής Κύπρου από το 2013-2017. Ποιές επιτυχίες ξεχωρίζεται;

Δείτε Επίσης  Γιαννάκης Γιαγκουδάκης : Ένα μηχανάκι στο κέντρο

Και τα τέσσερα μου χρόνια στην εθνική ομάδα ήταν πραγματικά υπέροχα. Συνεργάστηκα με αρκετά αξιόλογα άτομα εκτός γηπέδου,  αλλά κυρίως με σπουδαίους αθλητές και εξαιρετικούς ανθρώπους ανάμεσα στις γραμμές του παρκέ.

Τα δύο χρυσά μετάλλια στους αγώνες μικρών κρατών Ευρώπης, το 2013 και το 2017, ήτανε θεωρώ η επιβράβευση μιας σπουδαίας δουλειάς που έγινε εκείνα τα τέσσερα χρόνια.

Ειδικά το χρυσό μετάλλιο το 2017 στο σαν Μαρίνο. Θεωρώ ήταν το δυσκολότερο που έχουμε πάρει ποτέ σε αγώνες μικρό κρατών.

Οι ίδιοι οι διοργανωτές όπως νομίζω ότι οι περισσότεροι βλέποντας  τις ομάδες που συμμετείχαν μας είχαν ξεγραμμένους, γι’ αυτό άλλωστε φρόντισαν οι διοργανωτές να έχουνε τελευταίο παιχνίδι το Ισλανδία Μαυροβούνιο γιατί θεωρούσαν ότι αυτές οι δύο ομάδες θα παίξουν για το χρυσό και το αργυρό μετάλλιο.

Εμείς καταφέραμε να κερδίσουμε όλα τα παιχνίδια και να πάρουμε ένα χρυσό, που πραγματικά ήταν το επιστέγασμα της προσπάθειας όλων αυτών των χρόνων που δούλεψα στην εθνική ομάδα.

Αυτό που θέλω να προσθέσω είναι ότι είχα την ευλογία πραγματικά να έχω ένα τιμ συνεργατών, βοηθούς προπονητές, φροντιστές, φυσιοθεραπευτές αλλά και ένα  εξαιρετικό σύνολο παικτών,  που σε κάθε περίπτωση όλοι έβαζαν το εγώ κάτω από το εμείς.

Γι’ αυτό άλλωστε αυτή ομάδα για τέσσερα χρόνια ίσως είχε το μεγαλύτερο αριθμό και το μεγαλύτερο σερί νικών, γιατί ακριβώς το κλίμα ανάμεσα σε όλα τα στελέχη ήταν μοναδικό.

Δυστυχώς το γυναικείο μπάσκετ του χθες με το σήμερα δεν έχει καμία σχέση.

Έχετε κατακτήσει πολλές διακρίσεις σαν προπονητής και στο χώρο της γυναικείας καλαθόσφαιρας. Πως βλέπεται το επίπεδο του χθες και του σήμερα;

Αυτή τη στιγμή έχουμε πολύ λίγες παίκτριες που ξεχωρίζουν, ενώ τα προηγούμενα χρόνια είχαμε πραγματικά ομάδες που στελεχωνόντουσαν με 6-7 πρωτοκλασάτες Κύπριες η καθεμία και με 2-3 ξένες παίκτριες υψηλού επιπέδου.

Και σίγουρα ο αριθμός των ομάδων στο πρωτάθλημα ήταν πολύ μεγαλύτερος και όλα τα παιχνίδια πολύ ανταγωνιστικά.

Όσο για την θητεία μου στο γυναικείο μπάσκετ, ήταν κάτι που όπως είπα θεωρώ ευλογία να μπορείς να περνάς από όλα τα στάδια και όλα τα επίπεδα του μπάσκετ, για να μπορείς να διαμορφώσει την δική σου φιλοσοφία εν τέλει, και επίσης το γεγονός ότι δούλεψα στις δύο καλύτερες ομάδες της εποχής τον Κεραυνό και την  ΑΕΛ με κάνει ιδιαίτερα χαρούμενο.

Τι συμβουλή θα δίνατε σε κάποιον ο οποίος θα επιθυμούσε ν ασχοληθεί με το λειτούργημα του προπονητή καλαθόσφαιρας.

Σαν συμβουλή στους νέους προπονητές θα πω κάτι που είχε πει και σε μένα κάποιος δάσκαλός μου ξεκινώντας να σχολούμε με την προπονητική.

Αν είσαι στο μπάσκετ για τα παράγωγα του, δηλαδή την φήμη,την δόξα,  την αναγνωρισιμότητα και τα λεφτά, τότε σίγουρα θα αποτύχεις.

Αν είσαι όμως στο μπάσκετ για την αγάπη σου για το άθλημα, τότε σίγουρα κάποια στιγμή θα έρθουν και τα παράγωγα του.

Γιατί ο χώρος  του μπάσκετ και γενικότερα του αθλητισμού για έναν προπονητή είναι ιδιαίτερα σκληρός και αμείλικτος.

Εμείς οι προπονητές καλώς η κακώς ζούμε με  μία βαλίτσα στο χέρι.

Και υπάρχουν μόνο δύο είδη προπονητών, αυτοί που έχουν απολυθεί και αυτοί που θα απολυθούν.

Επίσης να κάνουν υπομονή και να εμπιστεύονται τη διαδικασία.

Να μην βιάζονται να πάνε στο επόμενο επίπεδο παρά μόνο όταν νιώσουν πραγματικά έτοιμοι.

Οπότε αν κάποιος δεν είναι διαθετειμένος να δουλέψει πάρα πολύ σκληρά, χωρίς κανείς να του εγγυηθεί το  αποτέλεσμα, και να μπορεί να διαχειριστεί την νίκη, την ήττα, την αποθέωση αλλά και την κριτική, τότε καλύτερο θα ήταν να κάνει κάτι άλλο.